Eίσαι εθισμένος στο Instagram αλλά δεν το παραδέχεσαι. Κάθε 10 λεπτά, «σκρολάρεις» για να δεις αν σου έχει «ξεφύγει» κάτι, σε story, ανάρτηση, έξυπνο quote. Σαν το παλιό κομπολόι, σα να μασάς τσίχλα, να παίζεις sudoku, να τρως ποπ-κορν, με εφαρμογές που θυμίζουν μηχανάκια στα καζίνο, social media που μας απoβλακώνουν και το απολαμβάνουμε, κι ένα κινητό που βρίσκεται στην παλάμη μας όλες τις ώρες της ημέρας (εκτός από τις λιγοστές που κοιμόμαστε). Δεν μπορούμε να αγκαλιαστούμε, γιατί το ένα χέρι είναι μονίμως «αγκυλωμένο» με μια συσκευή που παίζει στον αυτόματο, φρουτάκια, παιχνίδια, βγάζει φωτογραφίες, βίντεο, μεταφράζει, διαβάζει ειδήσεις, έκτακτη επικαιρότητα, βλέπει ταινίες, μετράει βήματα, θερμίδες, «stalk-άρει» με το SnapChat με τους εφήβους να γνωρίζουν που βρίσκονται οι φίλοι τους ανά δευτερόλεπτο. Κάνουμε και δουλειά στο κινητό, τσεκάρουμε τα emails μας ανά πεντάλεπτο, σημειώνουμε ιδέες για επόμενα πρότζεκτ, γράφουμε μικρά κείμενα, αχρείαστα να’ναι. Στα διαλείμματα, χαλαρώνουμε στο Facebook, το οποίο, δεν έχει την ίδια ένταση που είχε παλιά, αλλά παραμένει εξίσου εθιστικό, χωρίς να προσφέρει τίποτα παραπάνω, από επιβεβαίωση της ματαιότητας, likes, καρδιές, θυμό σε συσκευασία αυτοκόλλητου, ευφυολογήματα, φωτογραφίες-ντοκουμέντα για το πόσο υπέροχη είναι η ζωή μας. Έχετε κοιτάξει πρόσφατα το Screen Time για να δείτε πόσο χρόνο αφιερώνετε κάθε μέρα στο κινητό σας; Θέλετε να μάθετε πόσες φορές το παίρνουμε για να το ανοίξουμε χωρίς να χτυπάει καν; Περίπου 58 φορές μέσα στη μέρα. Και για πόση ώρα «κολλάμε» σαν ζόμπι; Δύο ώρες και 20 λεπτά; Mόνο; Σας φαίνεται λίγο; O μέσος όρος είναι 3 ώρες και 15 λεπτά. Mε ή χωρίς τα τηλεφωνήματα; Kι αν αυτό μεταφράζεται σε 35 ημέρες τον χρόνο; Άλλοι αφιερώνουν περισσότερο, άλλοι λιγότερο χρόνο. Τρεις ώρες, πέντε ώρες, λίγο πάνω, λίγο κάτω, σα να ανοιγοκλείνεις την εξώπορτα του σπιτιού σου κάθε λίγα λεπτά για να δεις μήπως εμφανιστεί κάποιος, ο οποίος, μάλλον δεν θα εμφανιστεί ποτέ. Λέω να αρχίσω σήμερα αποτοξίνωση. Τα likes μπορούν να περιμένουν.
HAPPY, SWEET SIXTEEN WISHES TO A MOONSTRUCK, SUMMER GIRL NAMED PELOUSA
Nα χορεύεις, να τραγουδάς, να βάζεις τη μουσική στη διαπασών.
Να ξέρεις ποια είσαι και να ανακαλύπτεις κάθε μέρα κι ένα νέο σου ταλέντο.
Να αγαπάς τους φίλους σου και να σε αγαπάνε και να σου το δείχνουν, όπως κι εσύ.
Να σε φροντίζεις.
Να σε πιστεύεις.
Να σε γεμίζεις.
Να θυμώνεις δημιουργικά.
Να έχεις στόχους μακρινούς, υψηλούς, γιατί όλα μπορείς να τα καταφέρεις.
Να φοράς χρώματα, να κάνεις το μαύρο χρωματιστό.
Να χαμογελάς γιατί φωτίζεται όλο σου το πρόσωπο.
Nα φωτογραφίζεις τις στιγμές.
Να δοκιμάζεις νέες γεύσεις.
Να λες όχι σε οτιδήποτε σε σκοτεινιάζει.
Να σκηνοθετείς τη ζωή σου, όπως τα μαγικά βίντεο που φτιάχνεις.
Να ζωγραφίζεις χωρίς θέμα
Να απολαμβάνεις κάθε μέρα my sweet sixteen, γλυκό Πελουσάκι που ομορφαίνεις τη ζωή όλων μας, κάθε δευτερόλεπτο, κι ας μην το ξέρεις. Aκόμη.
ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΧΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ SOUNDTRACK;
Ο ήχος της θάλασσας.
Το κύμα που σκάει στα βράχια.
Τα τζιτζίκια όλη μέρα και όλη νύχτα.
Η μουσική των αυτοκινήτων στο φανάρι (με ανοιχτά παράθυρα αντί για air-condition).
Τα θερινά σινεμά στις γειτονιές.
Τα φιλιά στον αέρα.
Οι ανεμιστήρες.
Τα τακούνια στο πλακόστρωτο στο νησί.
Οι κόρνες των αυτοκινήτων όταν ο οδηγός στο μπροστινό αυτοκίνητο φλερτάρει στο κινητό του ξανά και ξανά στο φανάρι. Δεν είπαμε don’t text and drive;
Tα δέντρα που χορεύουν ανάλογα με τα μποφόρ.
Και φυσικά η μουσική που ανακαλύπτεις από τα παιδιά σου, κάνοντας shazam στο ραδιόφωνο, στην παραλία τυχαία. Παλιά, «αρχαία» και καινούργια. Με τίτλους-ποίηση. All I Do is Win. We will rock you. Avec le soleil sur la peau. Blinded by the sunset. Where angels fear to tread. Love Generation. Mon coeur pour te garder. Salt in the wound. The things we do for love. The summer knows. Ξέρει αλήθεια;
OT ΓΚΡΕΣΙΑΝΣ: XAMENOI ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Hautes Grecians. Τι γίνεται όταν η ελληνική μόδα αποκτά μια ακόμη «καλή νεράιδα», βρίσκει χορηγούς, το ιδανικό location (Four Seasons Astir Palace Hotel) και φιλανθρωπικό σκοπό και άλλοθι; Πολλά και τίποτα. Και δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι η ώρα προσέλευσης στην πρόσκληση ήταν για τις 7 και η μαραθώνια επίδειξη ξεκίνησε πολύ μετά τις 8. Είναι που δεν υπάρχει κανένας σεβασμός γι’ αυτό που βλέπουμε. Κανείς δεν παρακολουθεί, λίγοι καταλαβαίνουν, η κυρία δίπλα μου, ρωτούσε επίμονα αν τα ρούχα είναι των Deux Hommes, την ώρα που τα μοντέλα μετέφεραν το όραμα του Βασίλη Ζούλια. Την ίδια στιγμή ανήσυχες influencers δεν γνώριζαν την Λουκία, (το πρωτοεμφανιζόμενο brand Laviate ίσως κάτι να τους έλεγε παραπάνω), αν και δεν τις ενδιέφερε και τόσο να μάθουν κάτι, να δουν τα φορέματα ή το styling του Μιχάλη Πάντου, γιατί ήταν μονίμως απασχολημένες με τις selfies κατά τη διάρκεια του σόου. Αυτό δεν είναι το προσωπικό στοίχημα πλέον για όλους μας; Τo see and to be seen, να βγάλουμε φωτογραφίες στο ηλιοβασίλεμα, στον ξαναγεννημένο Αστέρα, κανείς δεν χειροκροτάει πλέον, γιατί τα χέρια μας είναι απασχολημένα με τα κινητά 24/7. Γκρίνια; Όχι, απλή διαπίστωση. Γιατί όπως ακριβώς σε μια παράσταση, στο θέατρο, στην όπερα, στο σινεμά, όταν σβήνουν τα φώτα οφείλεις να είσαι εκεί. Γιατί όχι και στη μόδα; Mε τις περισσότερες κυρίες να εμπνέονται πλέον εμμονικά από τηλεοπτικές εκπομπές τύπου My Style Rocks, τις βλέπαμε να καταφθάνουν στο Nafsika, με εμφανίσεις-υπερπαραγωγές-παραφωνίες, παραδίδοντας με στιλ το αυτοκίνητο στον παρκαδόρο του ξενοδοχείου, την ώρα που η επίδειξη Hautes Grecians ήταν σε εξέλιξη, για να εισβάλουν στον χώρο σαν μοντέλα-γκεστ, να τις δούμε να ανεβαίνουν στις σκάλες «κόντρα» στα μοντέλα του σόου (το ντεφιλέ γινόταν σε δύο επίπεδα), με τους υπόλοιπους καλεσμένους να μιλάνε, να γελούν, να καπνίζουν, να κάνουν like στο Facebook και στο Instagram, να σηκώνονται για να ανανεώσουν το ποτό του χορηγού, να σου γυρνούν την πλάτη με άποψη για να μην μπορείς να δεις τίποτα κάθε φορά που έστρεφαν το κινητό στη «σκηνή» για να απαθανατίσουν τη σκηνή και να τη μοιραστούν με το «κοινό» τους. Και στο φινάλε, που είδαμε έναν στρατό από πανέμορφα κορίτσια και εξαιρετικά φωτογενή ρούχα, για 4 λεπτά, μπορεί και 5, είχαν αρχίσει να σηκώνονται ήδη. Για να συγχαρούν τους σχεδιαστές; Mα δεν τους είδαμε ποτέ. Βιαζόντουσαν μάλλον να πάρουν το επόμενο κοκτέιλ, νέα φωτογραφικά ενσταντανέ, να δώσουν την κάρτα στον παρκαδόρο. «Οτ Γκρέσιανς;», έλεγε μια κυρία στην κόρη της. «Eγώ δεν είδα τίποτα ελληνικό». Την επόμενη φορά με αρχαιοελληνικούς χιτώνες κορίτσια. Και selfie stick.